φρουριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρουριακός < φρούριον + -ακός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φρουριακός

  1. ο σχετικός με το φρούριο
  • φρουριακός ή πολιορκητικός πόλεμος ήταν εκείνος που γινόταν για την κατάληψη φρουρίου ή κάστρου (π.χ. της Σεβαστουπόλεως ή της Λιέγης)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]