φρούτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φρούτο φρούτα
γενική φρούτου φρούτων
αιτιατική φρούτο φρούτα
κλητική φρούτο φρούτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρούτο < ιταλική frutto < λατινική fructus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος fruor < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰruHg-: χρησιμοποιώ, απολαμβάνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φρούτο ουδέτερο

  1. ο βρώσιμος καρπός ενός φυτού
  2. (αργκό) άτομο με παράδοξη προσωπικότητα ή μια νέα συνήθεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]