φτερούγα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φτερούγα φτερούγες
γενική φτερούγας φτερούγων
αιτιατική φτερούγα φτερούγες
κλητική φτερούγα φτερούγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτερούγα < μεσαιωνική λεξη πτερούγα, μεγεθυντικό της λέξης πτερούγι < πτερύγιο < αρχαία ελληνική η πτέρυξ της πτέρυγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτερούγα θηλυκό

  1. όργανο των πουλερικών, των πουλιών και των εντόμων που τους επιτρέπει να πετούν


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]