φτιάση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | φτιάση | οι | φτιάσεις |
| γενική | της | φτιάσης* | των | φτιάσεων |
| αιτιατική | τη | φτιάση | τις | φτιάσεις |
| κλητική | φτιάση | φτιάσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, φτιάσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φτιάση θηλυκό
- (λαϊκότροπο) άλλη μορφή του φτιάξη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φτιάση
|