φτιάχνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτιάχνομαι < παθητική φωνή του ρήματος φτιάχνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φτιάχνομαι , πρτ.: φτιαχνόμουν, στ.μέλλ.: θα φτιαχτώ, αόρ.: φτιάχτηκα, μτχ.π.π.: φτιαγμένος

  1. κατασκευάζομαι, γίνομαι με ορισμένα υλικά
  2. επιδιορθώνομαι
  3. καλλωπίζομαι
  4. έρχομαι σε κατάσταση ευφορίας είτε επειδή άκουσα κάτι ευχάριστα είτε με λήψη ναρκωτικών
  5. (μεταφορικά) (ειρωνικά) έρχομαι σε κατάσταση εκνευρισμού
    μη μου λέτε τέτοια γιατί φτιάχνομαι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]