φτωχαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτωχαίνω < μεσαιωνική ελληνική φτωχένω' από το πτωχύνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φτωχαίνω

  1. ενώ δεν ήμουν φτωχός, γίνομαι, χάνω περιουσία
  2. καθιστώ φτωχό έναν άλλο (του αφαιρώ εισόδημα)
  3. (μεταφορικά) έχω λιγότερη πνευματική περιουσία
    φτώχυνε από φίλους και οικογένεια


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]