φτωχός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φτωχός η φτωχή το φτωχό
      γενική του φτωχού της φτωχής του φτωχού
    αιτιατική τον φτωχό τη φτωχή το φτωχό
     κλητική φτωχέ φτωχή φτωχό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φτωχοί οι φτωχές τα φτωχά
      γενική των φτωχών των φτωχών των φτωχών
    αιτιατική τους φτωχούς τις φτωχές τα φτωχά
     κλητική φτωχοί φτωχές φτωχά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτωχός < μεσαιωνική ελληνική φτωχός < αρχαία ελληνική πτωχός

Επίθετο[επεξεργασία]

φτωχός, -ή, -ό

  1. που βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, που δε διαθέτει χρήματα ούτε για τα απαραίτητα
  2. που είναι πολύ ταλαιπωρημένος και δυστυχής ή που υστερεί σημαντικά σε κάποιον τομέα, χωρίς αναγκαστικά να βρίσκεται και σε δεινή οικονομική κατάσταση
    τι να σου κάμει κι αυτός, ο φτωχός, αφού από τότε που έχασε τη γυναίκα του τρέχει και δε φτάνει με τέσσερα παιδιά
    μωρέ λεφτά έχει ένα σωρό -στο μυαλό είναι φτωχός!
  3. ως χαρακτηρισμός συνώνυμος του ευτελούς σε αντικείμενα ή του "τσιγγούνικου" σε εκδηλώσεις
    φτωχή διοργάνωση, βρε παιδί μου. Μέτριος ο μπουφές, δεν είχαν ούτε καν λίγη ζωντανή μουσική και έδιναν την εντύπωση ότι κανείς δε συντόνιζε το παραμικρό
    δε στέλνεις σε γάμο τόσο φτωχό δώρο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]