φτύσιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φτύσιμο τα φτυσίματα
      γενική του φτυσίματος των φτυσιμάτων
    αιτιατική το φτύσιμο τα φτυσίματα
     κλητική φτύσιμο φτυσίματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτύσιμο < φτύνω (θέμα αορίστου φτυσ-) + -ιμο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτύσιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια με την οποία φτύνω· το αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής
  2. (μεταφορικά-λαϊκό) η επίδειξη μεγάλης περιφρόνησης προς κάποιον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη:  φτύνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]