φτώχεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φτώχεμα τα φτωχέματα
      γενική του φτωχέματος των φτωχεμάτων
    αιτιατική το φτώχεμα τα φτωχέματα
     κλητική φτώχεμα φτωχέματα
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτώχεμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πτώχεμα κατά το φτωχαίνω < αρχαία ελληνική πτωχεύω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfto.çe.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φτώ‐χε‐με

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτώχεμα ουδέτερο

  1. το να γίνεται κάτι πιο φτωχό
  2. η οικονομική πορεία από μια ανώτερη ή μέση οικονομική κατάσταση, στην κατάσταση της φτώχειας
  3. (σπάνιο, οικονομία) η πτώχευση

Συγγενικά[επεξεργασία]

→ και δείτε τις λέξεις φτωχός και πτωχός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • φτώχεμαΧαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)