φυγοδικία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυγοδικία οι φυγοδικίες
      γενική της φυγοδικίας των φυγοδικιών
    αιτιατική τη φυγοδικία τις φυγοδικίες
     κλητική φυγοδικία φυγοδικίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυγοδικία < φυγόδικος < φυγοδικέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυγοδικία θηλυκό

  1. η εσκεμμένη απουσία ενός κατηγορουμένου από το δικαστήριο την ημέρα της διεξαγωγής της δίκης του και το αδίκημα που διαπράττει με αυτή του την απουσία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]