φυγόδικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυγόδικος φυγόδικοι
γενική φυγοδίκου
& φυγόδικου
φυγοδίκων
& φυγόδικων
αιτιατική φυγόδικο φυγοδίκους
& φυγόδικους
κλητική φυγόδικε φυγόδικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυγόδικος < ελληνιστική κοινή φυγόδικος < αρχαία ελληνική φεύγω + δίκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυγόδικος αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό και φυγόδικη)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]