φυλάκιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυλάκιση οι φυλακίσεις
      γενική της φυλάκισης
& φυλακίσεως
των φυλακίσεων
    αιτιατική τη φυλάκιση τις φυλακίσεις
     κλητική φυλάκιση φυλακίσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλάκιση < φυλακίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυλάκιση θηλυκό

ο Ταξίαρχος μου έδωσε είκοσι μέρες φυλάκιση γιατί αντί να τον χαιρετήσω του είπα καλημέρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]