φυλάσσομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλάσσομαι < παθητική φωνή του ρήματος φυλάσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φυλάσσομαι και φυλάγομαι με το οποίο έχει πολλούς κοινούς ρηματικούς τύπους

  1. φυλάω τον εαυτό μου, τον προφυλάσσω από κάτι, φέρομαι συγκρατημένα, με φυλάσσουν άλλοι
    Δεν φυλάχθηκα και εκτέθηκα
    Φυλάσσονται (από ειδικούς φρουρούς) οι παίκτες μετά τις επιθέσεις εναντίον συναδέλφων τους
  2. (για αντικείμενα) προστατεύεται κάτι, προφυλάσσεται (κυρίως για πολύτιμα είδη αξίας χρηματικής ή άλλης) ή για επίσημα έγγραφα και σε επιστημονικές φράσεις
    Αυτά πρέπει να φυλαχθούν κάπου καλά γιατί είναι πολύτιμα
    Αυτά φυλάσσονται σε θυρίδες
    Τα βυζαντινά κειμήλια που φυλάσσονται στη μονή...
    Για ένα έτος θα φυλάσσονται αρχεία με γραπτά του ΑΣΕΠ
    Φυλάσσονται στους 8-10 βαθμούς Κελσίου
    'Θα φυλάσσονται στο εξής τα βλαστικά κύτταρα
  3. (σε τρίτο πρόσωπο) έχει φύλαξη για να μην εκθέτει άλλους σε κινδύνους
    Η διάβαση στην Αχαρνών φυλάσσεται (είναι φυλασσόμενη)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]