φυλαχτάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλαχτάρι < φυλαχτό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυλαχτάρι ουδέτερο

  1. αντικείμενο που οι άνθρωποι φέρουν πιστεύοντας ότι τους προφυλάσσει από κινδύνους, το φυλαχτό

Κλίση[επεξεργασία]

  • Αδόκιμο στη γενική ενικού και πληθυντικού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]