Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυλλάδιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φυλλάδιο τα φυλλάδια
      γενική του φυλλαδίου
& φυλλάδιου
των φυλλαδίων
    αιτιατική το φυλλάδιο τα φυλλάδια
     κλητική φυλλάδιο φυλλάδια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Προετοιμασία φυλλαδίων για διανομή.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυλλάδιο < ελληνιστική κοινή φυλλάδιον (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική livret)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fiˈla.ði.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φυλλάδιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυλλάδιο ουδέτερο

  1. ολιγοσέλιδο έντυπο
    παράδειγμα  ενημερωτικό φυλλάδιο
     συνώνυμα: βιβλιαράκι, μπροσούρα
  2. (ειδικότερα) βιβλιάριο
    παράδειγμα  ναυτικό φυλλάδιο

Συγγενικά

[επεξεργασία]
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]