φυλλοβόλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φυλλοβόλος φυλλοβόλα φυλλοβόλο
γενική φυλλοβόλου φυλλοβόλας φυλλοβόλου
αιτιατική φυλλοβόλο φυλλοβόλα φυλλοβόλο
κλητική φυλλοβόλε φυλλοβόλα φυλλοβόλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυλλοβόλοι φυλλοβόλες φυλλοβόλα
γενική φυλλοβόλων φυλλοβόλων φυλλοβόλων
αιτιατική φυλλοβόλους φυλλοβόλες φυλλοβόλα
κλητική φυλλοβόλοι φυλλοβόλες φυλλοβόλα
Το θηλυκό έχει και λόγιους τύπους, όμοιους με το αρσενικό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλλοβόλος < φύλλο + -βόλος ( < βάλλω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φυλλοβόλος, -ος/-α, -ο

φυλλοβόλα δέντρα το φθινόπωρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]