φυλλομέτρημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυλλομέτρημα (φυλλομετρήματα)
γενική φυλλομετρήματος (φυλλομετρημάτων)
αιτιατική φυλλομέτρημα (φυλλομετρήματα)
κλητική φυλλομέτρημα (φυλλομετρήματα)

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλλομέτρημα < φυλλομετρώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυλλομέτρημα ουδέτερο

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φυλλομετρώ, το να ξεφυλλίζει κάποιος ένα βιβλίο ή έντυπο χωρίς ουσιαστικά να το διαβάζει


Μεταφράσεις[επεξεργασία]