φυλογένεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυλογένεια φυλογένειες
γενική φυλογένειας φυλογενειών
αιτιατική φυλογένεια φυλογένειες
κλητική φυλογένεια φυλογένειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλογένεια < φύλο + -ο- + -γενής (<γίγνομαι) + -εια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυλογένεια θηλυκό

  1. η δημιουργία (γένεση και ύπαρξη) φύλων (αρσενικού και θηλυκού)
  2. η εξέλιξη που παρουσιάζουν οι οργανισμοί κάποιου είδους και η μελέτη της
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φυλογονία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]