φυλογένεια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φυλογένεια θηλυκό
- η δημιουργία (γένεση και ύπαρξη) φύλων (αρσενικού και θηλυκού)
- η εξέλιξη που παρουσιάζουν οι οργανισμοί κάποιου είδους και η μελέτη της