Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυλογένεια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυλογένεια οι φυλογένειες
      γενική της φυλογένειας των φυλογενειών
    αιτιατική τη φυλογένεια τις φυλογένειες
     κλητική φυλογένεια φυλογένειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυλογένεια < φύλο + -ο- + -γενής (<γίγνομαι) + -εια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυλογένεια θηλυκό

  1. η δημιουργία (γένεση και ύπαρξη) φύλων (αρσενικού και θηλυκού)
  2. η εξέλιξη που παρουσιάζουν οι οργανισμοί κάποιου είδους και η μελέτη της
     συνώνυμα: φυλογονία

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]