φυματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φυματικός φυματική φυματικό
γενική φυματικού φυματικής φυματικού
αιτιατική φυματικό φυματική φυματικό
κλητική φυματικέ φυματική φυματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυματικοί φυματικές φυματικά
γενική φυματικών φυματικών φυματικών
αιτιατική φυματικούς φυματικές φυματικά
κλητική φυματικοί φυματικές φυματικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυματικός < φυματίωσις + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

φυματικός, ή, ό

  1. σχετικός με τη φυματίωση
  2. ασθενής που πάσχει από τη νόσο της φυματίωσης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]