φυσητός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φυσητός φυσητή φυσητό
γενική φυσητού φυσητής φυσητού
αιτιατική φυσητό φυσητή φυσητό
κλητική φυσητέ φυσητή φυσητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυσητοί φυσητές φυσητά
γενική φυσητών φυσητών φυσητών
αιτιατική φυσητούς φυσητές φυσητά
κλητική φυσητοί φυσητές φυσητά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυσητός < αρχαία ελληνική φυσητός < φυσάω-ῶ
Παλιότερη μέθοδος για το φύσημα του γυαλιού με τα χείλη, η οποία πάντως εφαρμόζεται από τεχνίτες ακόμα και σήμερα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φυσητός, ή, ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]