φυσικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυσικός φυσικοί
γενική φυσικού φυσικών
αιτιατική φυσικό φυσικούς
κλητική φυσικέ φυσικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυσικός < αρχ. ελλ. επίθετο φυσικός-ή-όν < φύσις < φύω

Open book 01.svg Επίθετο[]

φυσικός

  1. σχετικός με τη φύση
  2. σχετικός με τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, ιδιαίτερα τη φυσική
  3. που προέρχεται από τη φύση
  4. που δεν παράγεται από τον άνθρωπο αλλά βρίσκεται σε αυτή τη μορφή στη φύση
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: τεχνητός
  5. (για συγγένεια) βιολογικός, όχι εξ αγχιστείας
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: θετός
  6. (μαθηματικά) αριθμός του συνόλου των ακεραίων (θετικός ή μη αρνητικός) δηλαδή του συνόλου \mathbb{N} ή του συνόλου \mathbb{N}_0

Εκφράσεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

  • φυσική ιστορία: παλαιότερο μάθημα (για την εξέλιξη των φυτών ή των ζώων) και σημερινός όρος που αναφέρεται κυρίως στην εξέλιξη της φύσης και των ζώων του πλανήτη μας από την αρχή της ύπαρξης της γης μέχρι σήμερα
  • φυσική γεωγραφία: η γεωγραφία που ασχολείται κυρίως με τη μορφολογία της γης και των υδάτων της (σε αντιδιαστολή προς την ανθρωπογεωγραφία, την πολιτική γεωγραφία κ.α. κλάδους)
  • φυσικό πρόσωπο: κάθε ανθρώπινο πλάσμα, σε αντιδιαστολή προς το νομικό πρόσωπο
  • φυσικός αυτουργός: νομικός όρος για εκείνον που διέπραξε ένα αδίκημα αυτοπροσώπως ή ιδιοχείρως, σε αντιδιαστολή προς τον ηθικό αυτουργό ή τους συνεργούς και τους συνενόχους
  • φυσική αγωγή: το μάθημα της γυμναστικής
  • φυσική κατάσταση: η φόρμα ενός ατόμου, η κατάσταση του οργανισμού και του σώματός του
  • φυσική επιλογή: η διαδικασία με την οποία θεωρείται ότι βελτιώνεται ένα είδος καθώς εκείνη που επιλέγει ποιος θα επιβιώσει είναι η φύση και άρα επιζεί ο πιο ισχυρός ή ο πιο προσαρτμοστικός ο οποίος και αναπαράγεται, σε αντίθεση με τον ασθενικό (κατά συνέπεια οι "επιλεγόμενοι" ισχυροί αποκτούν και περισσότερους απογόνους οπότε βελτιώνεται ο μέσος όρος του κάθε είδους)
  • φυσικό αέριο: καύσιμο αέριο που βρίσκεται σε κοιτάσματα, συχνά κοντά σε αντίστοιχα κοιτάσματα πετρελαίου
  • φυσική συνέπεια: κάτι που είναι λογικά αναμενόμενο σαν αποτέλεσμα ενός αιτίου
  • φυσικός θάνατος: από γηρατειά ή κάποια ασθένεια -σε αντιδιαστολή προς τον βίαιο θάνατο, εξαιτίας δυστυχήματος, φυσικής καταστροφής ή εγκλήματος
  • φυσικοί πόροι: οι φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας χώρας (ορυκτά κ.λπ.)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φυσικός αρσενικό ή θηλυκό

  1. επιστήμονας του οποίου το αντικείμενο είναι η φυσική
  2. (ειδικότερα) καθηγητής ή καθηγήτρια φυσικής

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • ο αδόκιμος όρος φυσικού που χρησιμοποιούν (κυρίως τα παιδιά) για τη γυναίκα καθηγήτρια της φυσικής, δεν έχει πληθυντικό.

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]