φυσικό πρόσωπο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φυσικό πρόσωπο | τα | φυσικά πρόσωπα |
| γενική | του | φυσικού προσώπου | των | φυσικών προσώπων |
| αιτιατική | το | φυσικό πρόσωπο | τα | φυσικά πρόσωπα |
| κλητική | φυσικό πρόσωπο | φυσικά πρόσωπα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φυσικό πρόσωπο < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική personne physique.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fi.siˈko ˈpɾo.so.po/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φυ‐σι‐κό πρό‐σω‐πο
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]- (νομικός όρος) ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως γένους, ηλικίας, ή άλλων χαρακτηριστικών του, ο οποίος έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις (οι ενήλικοι) απέναντι στον νόμο
- (κυριολεκτικά) το πρόσωπο (μέρος του σώματος) που φαίνεται όμορφο χωρίς να είναι εμφανής η χρήση καλλυντικών
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νομικός όρος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- φυσικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- φυσικός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)