φυσικό πρόσωπο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυσικό πρόσωπο (νομ.όρος) < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική personne physique

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

φυσικό πρόσωπο ουδέτερο

  1. (νομικός όρος): ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως γένους, ηλικίας, ή άλλων χαρακτηριστικών του, ο οποίος έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις (οι ενήλικες) απέναντι στο νόμο. (Ο όρος καθιερώθηκε σε αντιδιαστολή προς τον όρο νομικό πρόσωπο που αφορά εταιρείες ή συλλόγους ή φορείς)
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: νομικό πρόσωπο
  2. το πρόσωπο (μέρος του σώματος) που φαίνεται όμορφο χωρίς να είναι εμφανής η χρήση καλλυντικών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]