Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυσικό πρόσωπο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φυσικό πρόσωπο τα φυσικά πρόσωπα
      γενική του φυσικού προσώπου των φυσικών προσώπων
    αιτιατική το φυσικό πρόσωπο τα φυσικά πρόσωπα
     κλητική φυσικό πρόσωπο φυσικά πρόσωπα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυσικό πρόσωπο < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική personne physique.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fi.siˈko ˈpɾo.so.po/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φυσικό πρόσωπο

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

φυσικό πρόσωπο ουδέτερο

  1. (νομικός όρος) ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως γένους, ηλικίας, ή άλλων χαρακτηριστικών του, ο οποίος έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις (οι ενήλικοι) απέναντι στον νόμο
     αντώνυμα: νομικό πρόσωπο
  2. (κυριολεκτικά) το πρόσωπο (μέρος του σώματος) που φαίνεται όμορφο χωρίς να είναι εμφανής η χρήση καλλυντικών

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]