φυσιογνωμικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φυσιογνωμικά < φυσιογνωμικός + -ά
Επίρρημα
[επεξεργασία]φυσιογνωμικά
- (σπάνιο) σε σχέση με τη φυσιογνωμία
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]φυσιογνωμικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φυσιογνωμικό