Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυσιογράφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η φυσιογράφος οι φυσιογράφοι
      γενική του/της φυσιογράφου των φυσιογράφων
    αιτιατική τον/τη φυσιογράφο τους/τις φυσιογράφους
     κλητική φυσιογράφε φυσιογράφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυσιογράφος < φυσιογραφ(ία) + -ος. φυσιο- + -γράφος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυσιογράφος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]