Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυσιοκράτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φυσιοκράτης οι φυσιοκράτες
      γενική του φυσιοκράτη των φυσιοκρατών
    αιτιατική τον φυσιοκράτη τους φυσιοκράτες
     κλητική φυσιοκράτη φυσιοκράτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυσιοκράτης < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική physiocrate. Μορφολογικά αναλύεται σε φυσιο- + -κράτης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fi.si.oˈkɾa.tis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φυσιοκράτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυσιοκράτης αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]