φυσιολογικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική φυσιολογικός φυσιολογική φυσιολογικό
γενική φυσιολογικού φυσιολογικής φυσιολογικού
αιτιατική φυσιολογικό φυσιολογική φυσιολογικό
κλητική φυσιολογικέ φυσιολογική φυσιολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυσιολογικοί φυσιολογικές φυσιολογικά
γενική φυσιολογικών φυσιολογικών φυσιολογικών
αιτιατική φυσιολογικούς φυσιολογικές φυσιολογικά
κλητική φυσιολογικοί φυσιολογικές φυσιολογικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυσιολογικός < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /fi.si.ɔ.lɔ.ˈɣi.kɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

φυσιολογικός, ή, ό

  1. που ακολουθεί αυτό που συμβαίνει συνήθως στη φύση
    η θερμοκρασία κυμαίνεται σε φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αφύσικος
  2. που αναφέρεται στην ομαλή λειτουργία ενός ζωντανού οργανισμού που δεν νοσεί
    η φυσιολογική θερμοκρασία για έναν άνθρωπο είναι γύρω στους 36,5 βαθμούς
  3. που κατά την υποκειμενική γνώμη του ομιλητή συμφωνεί με τη φύση, ομαλός
  4. αναμενόμενος, λογικός
    δεν είναι φυσιολογικό που έχει αργήσει τόσο πολύ
  5. σχετικός με τον ιατρικό κλάδο της φυσιολογίας
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: παθολογικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]