Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυτογεωγραφία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυτογεωγραφία οι φυτογεωγραφίες
      γενική της φυτογεωγραφίας των φυτογεωγραφιών
    αιτιατική τη φυτογεωγραφία τις φυτογεωγραφίες
     κλητική φυτογεωγραφία φυτογεωγραφίες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυτογεωγραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική phytogeography[1] ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική phytogéographie[1] < αρχαία ελληνική φυτόν + ελληνιστική κοινή γεωγραφία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυτογεωγραφία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 φυτογεωγραφία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)