Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυτοπαθογόνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φυτοπαθογόνος η φυτοπαθογόνος
& φυτοπαθογόνα
το φυτοπαθογόνο
      γενική του φυτοπαθογόνου της φυτοπαθογόνου
& φυτοπαθογόνας
του φυτοπαθογόνου
    αιτιατική τον φυτοπαθογόνο τη φυτοπαθογόνο
& φυτοπαθογόνα
το φυτοπαθογόνο
     κλητική φυτοπαθογόνε φυτοπαθογόνε
& φυτοπαθογόνα
φυτοπαθογόνο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φυτοπαθογόνοι οι φυτοπαθογόνοι
& φυτοπαθογόνες
τα φυτοπαθογόνα
      γενική των φυτοπαθογόνων των φυτοπαθογόνων των φυτοπαθογόνων
    αιτιατική τους φυτοπαθογόνους τις φυτοπαθογόνους
& φυτοπαθογόνες
τα φυτοπαθογόνα
     κλητική φυτοπαθογόνοι φυτοπαθογόνοι
& φυτοπαθογόνες
φυτοπαθογόνα
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυτοπαθογόνος < φυτό + -ο- + παθογόνος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική plant-pathogenic)

Επίθετο

[επεξεργασία]

φυτοπαθογόνος, -α / -ος, -ο

  1. (βοτανική) που συμβάλλει στην πρόκληση ασθενειών στα φυτά
  2. (ουσιαστικοποιημένο) φυτοπαθογόνο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]