φυτοπαθογόνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φυτοπαθογόνος < φυτό + -ο- + παθογόνος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική plant-pathogenic)
Επίθετο
[επεξεργασία]φυτοπαθογόνος, -α / -ος, -ο
- (βοτανική) που συμβάλλει στην πρόκληση ασθενειών στα φυτά
- (ουσιαστικοποιημένο) φυτοπαθογόνο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φυτοπαθογόνος
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα '-ος -ος -ο & -α' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ζημιογόνος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)