Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυτοτεχνία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυτοτεχνία οι φυτοτεχνίες
      γενική της φυτοτεχνίας των φυτοτεχνιών
    αιτιατική τη φυτοτεχνία τις φυτοτεχνίες
     κλητική φυτοτεχνία φυτοτεχνίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυτοτεχνία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική phytotechnie[1] ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική phytotechny[1] < αρχαία ελληνική φυτόν + τέχνη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fi.to.teˈxni.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φυτοτεχνία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυτοτεχνία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 φυτοτεχνία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)