φωνέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωνέω < φωνή

Ρήμα[επεξεργασία]

φωνέω

  1. αρθρώνω, συλλαβίζω, ξεστομίζω
  2. φωνάζω
  3. για ζωά: κράζω, βρυχώμαι