φωνήεν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φωνήεν | τα | φωνήεντα |
| γενική | του | φωνήεντος | των | φωνηέντων |
| αιτιατική | το | φωνήεν | τα | φωνήεντα |
| κλητική | φωνήεν | φωνήεντα | ||
| Κατηγορία όπως «μέλλον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φωνήεν < καθαρεύουσα ουσιαστικοποιημένο επίθετο φωνῆεν < αρχαίο ελληνικό επίθετο φωνήεις, φωνήεσσα, φωνῆεν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φωνήεν ουδέτερο
- ο φθόγγος που αρθρώνεται ανεμπόδιστα με την εκπνοή ανάλογα με το σχήμα που παίρνει η στοματική κοιλότητα και με τα χείλη ανοιχτά, χωρίς χρήση του ουρανίσκου, της γλώσσας ή των δοντιών και ο οποίος μπορεί από μόνος του να αποτελέσει στην ελληνική (και στις περισσότερες άλλες γλώσσες) συλλαβή
- ※ Πάνω στο φωνήεν που προκύπτει από την κράση γράφεται ένα σημάδι που είναι όμοιο με την ψιλή και λέγεται κορωνίδα (βλ. § 49, 4): καὶ ἐγώ - κἀγώ· αν από την κράση προκύπτει κύριος δίφθογγος, η κορωνίδα σημειώνεται στο δεύτερο φωνήεν του διφθόγγου: τὰ αὐτά - ταὐτά. (Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Γυμνασίου - Λυκείου), 3ο Κεφάλαιο: Τόνοι, Πνεύματα, Στίξη. Δεύτερο Μέρος - Τυπολογικό, κεφάλαιο: Φθογγικά πάθη, Διαδραστικά Σχολικά Βιβλία, ebooks.edu.gr )
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- (εξηγώ/σπικάρω/σπρεχάρω/σφυρίζω) δύο φωνήεντα: (αργκό) λέω, διευκρινίζω ή για να κάνουμε, με ήπιο τρόπο, μια απειλή