φωνηεντισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωνηεντισμός < από το ουσιαστικό φωνήεν και την κατάληξη -ισμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωνηεντισμός αρσενικό

  1. η παρουσία ενός συγκεκριμένου φωνήεντος στο θέμα λέξεως
  2. το σύνολο των φωνηέντων μιας γλώσσας, τα φωνήεντα
  3. μετατροπή σε φωνήεν
  4. παροχή ή συμπλήρωση (σε ένα συμφωνικό κείμενο, όπως συμβαίνει με την εβραϊκή και την αραβική γλώσσα) των φωνηέντων ή φωνηεντικών σημείων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]