φωνηματοτροποποιητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φωνηματοτροποποιητικός φωνηματοτροποποιητική φωνηματοτροποποιητικό
γενική φωνηματοτροποποιητικού φωνηματοτροποποιητικής φωνηματοτροποποιητικού
αιτιατική φωνηματοτροποποιητικό φωνηματοτροποποιητική φωνηματοτροποποιητικό
κλητική φωνηματοτροποποιητικέ φωνηματοτροποποιητική φωνηματοτροποποιητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φωνηματοτροποποιητικοί φωνηματοτροποποιητικές φωνηματοτροποποιητικά
γενική φωνηματοτροποποιητικών φωνηματοτροποποιητικών φωνηματοτροποποιητικών
αιτιατική φωνηματοτροποποιητικούς φωνηματοτροποποιητικές φωνηματοτροποποιητικά
κλητική φωνηματοτροποποιητικοί φωνηματοτροποποιητικές φωνηματοτροποποιητικά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φωνηματοτροποποιητικός (el) αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. (γλωσσολογία) σύμβολο που αλλοιώνει τα φωνήματα
  2. (φωνητική) στοματική, φαρυγγική ή άλλη δυσμορφία που αλλοιώνει τα φωνήματα
  3. οτιδήποτε αλλοιώνει τα φωνήματα