φωνογραφικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φωνογραφικός < φωνόγραφος
Επίθετο
[επεξεργασία]φωνογραφικός, -ή, -ό
- σχετικός με τον φωνόγραφο και τη φωνογραφία
φωνογραφικές εταιρείες
φωνογραφικός κύλινδρος- ※ «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελαφρολαϊκός, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο πού κυκλοφορεῖ γιά τή νοθευμένη ἔντεχνη λαϊκή μίμηση στή μουσική. (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, τομ. 1, 1984, σελ. 121)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φωνογραφικός