φωνομιμητική
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φωνομιμητική θηλυκό
- διδακτική μέθοδος εκμάθησης των φθόγγων, η οποία βασίζεται στην απομίμηση ήχων και στη σύνδεσή τους με κινήσεις ή οπτικά ερεθίσματα για τη διευκόλυνση της προφοράς και της αναγνώρισης των ήχων της γλώσσας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φωνομιμητική
|
|