φωσφολιπίδιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φωσφολιπίδιο | τα | φωσφολιπίδια |
| γενική | του | φωσφολιπίδιου & φωσφολιπιδίου |
των | φωσφολιπίδιων & φωσφολιπιδίων |
| αιτιατική | το | φωσφολιπίδιο | τα | φωσφολιπίδια |
| κλητική | φωσφολιπίδιο | φωσφολιπίδια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φωσφολιπίδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική phospholipid < αρχαία ελληνική φωσφόρος + λίπος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φωσφολιπίδιο ουδέτερο
- (βιολογία) λιπίδιο που αποτελείται από υδρόφιλη φωσφορική κεφαλή και υδρόφοβες λιπαρές ουρές, βασικό συστατικό των κυτταρικών μεμβρανών
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φωσφολιπίδιο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)