φωσφορικό οξύ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φωσφορικό οξύ < → δείτε τις λέξεις φωσφορικός και οξύ
- μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική phosphoric acid
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φωσφορικό οξύ ουδέτερο
- (χημεία) ανόργανο οξύ με χημικό τύπο H₃PO₄, που χρησιμοποιείται στην παραγωγή λιπασμάτων, τροφίμων και φαρμάκων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φωσφορικό οξύ