φωσφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωσφόρος < αρχαία ελληνική φωσφόρος < φῶς + φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωσφόρος αρσενικό ή φώσφορος και φώσφορο

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φωσφόρος οι φωσφόροι
      γενική του φωσφόρου των φωσφόρων
    αιτιατική τον φωσφόρο τους φωσφόρους
     κλητική φωσφόρε φωσφόροι
Παράρτημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωσφόρος < φῶς + -φόρος (< φέρω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]