Μετάβαση στο περιεχόμενο

φωταέριο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φωταέριο τα φωταέρια
      γενική του φωταέριου
& φωταερίου
των φωταέριων
& φωταερίων
    αιτιατική το φωταέριο τα φωταέρια
     κλητική φωταέριο φωταέρια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φωταέριο, ήδη από το 1834 [1][2] (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φωταέριον[3] < φωτ- (< φως) + αέριο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική gaz d'éclairage και ην αγγλική gaslight

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fo.taˈe.ɾi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φωταέριο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φωταέριο ουδέτερο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1834 - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. 1834 - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  3. φωταέριον, σελ.1095, Τόμος Β΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)
    Η συντομογραφία Φίλ. Ιω = Φίλιππος Ιωάννου, 1834 ή 1874 σελ.1152, Τόμος Β΄