Μετάβαση στο περιεχόμενο

φωτιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φωτιά οι φωτιές
      γενική της φωτιάς των φωτιών
    αιτιατική τη φωτιά τις φωτιές
     κλητική φωτιά φωτιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μαγείρεμα με φωτιά
Φωτιά καίει σε τζάκι.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φωτιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φωτία (λάμψη) < φωτ- (< φῶς) + -ία (> -ιά)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /foˈtça/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φωτιά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φωτιά θηλυκό

  1. η ταυτόχρονη παραγωγή θερμότητας και φωτός η οποία παρατηρείται κατά τη γρήγορη καύση εύφλεκτου υλικού που συνοδεύεται συνήθως από φλόγα
      Η ελιά είναι ο σβέρκος ή αλλιώς ο λαιμός του βόειου. Αρκετά λιπαρό και μαλακό κομμάτι το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς κόκκαλο, σε σιγανή φωτιά (από ιστοσελίδα σουπερμάρκετ, ανάκτηση στις 9/3/2026)
  2. η πυρκαγιά
    παράδειγμα  ξέσπασε μεγάλη φωτιά στο δάσος
  3. (κατ’ επέκταση) η λάμψη
    παράδειγμα  τα μάτια του πετούσαν φωτιές
  4. μέσο για το άναμμα φωτιάς
    παράδειγμα  δεν έχω φωτιά επάνω μου
     δείτε τις λέξεις αναπτήρας και σπίρτο
  5. (συνεκδοχικά) φλόγα
  6. (μεταφορικά) ένταση και ό,τι την προκαλεί
  7. (μεταφορικά) έντονος ερωτικός πόθος

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  1. ο καύσωνας
  2. κάποιος πολύ εκνευρισμένος
    άσ'τον ήσυχο σήμερα, είναι φωτιά και λάβρα
  3. κάτι πανάκριβο
    τα ρούχα σήμερα είναι φωτιά και λάβρα

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]