φωτισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | φωτισμός | οι | φωτισμοί |
| γενική | του | φωτισμού | των | φωτισμών |
| αιτιατική | τον | φωτισμό | τους | φωτισμούς |
| κλητική | φωτισμέ | φωτισμοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φωτισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φωτισμός < ελληνιστική κοινή φωτίζω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éclairage[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fo.tiˈzmos/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φωτισμός αρσενικό
- η διάχυση φωτός σε ένα χώρο, η παροχή φωτός
- ※ Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)
- τα μέσα, οι εγκαταστάσεις ή και οι τεχνικές με τις οποίες παρέχεται το φως σε σπίτια, δρόμους ή σε πιο ειδικές περιστάσεις
Στην τελευταία ταινία του Χ, ανέλαβε τον φωτισμό η γυναίκα του- ※ Πριν γίνει ψηφιοποίηση, το αρνητικό πρέπει να καθαρίζεται από τυχόν γραμμές και γδαρσίματα. Και μετά την ψηφιοποίηση, στη διάρκεια του εταλονάζ, δηλαδή του τεχνικού ελέγχου των χρωμάτων, ο διευθυντής φωτογραφίας δουλεύει, βέβαια, μ' έναν τεχνικό (εταλονέρ), αλλά αυτός είναι που κανονίζει την ποσότητα του φωτισμού και την ποιότητα των χρωμάτων. (*)
- (χριστιανισμός) η βάφτιση
Ηρθανε τα Φώτα και ο φωτισμός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φωτισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Χριστιανισμός (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)