φωτιστικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτιστικό φωτιστικά
γενική φωτιστικού φωτιστικών
αιτιατική φωτιστικό φωτιστικά
κλητική φωτιστικό φωτιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτιστικό < ουσιαστικοποιημένο επίθετο φωτιστικός < φωτιστικό (σώμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωτιστικό ουδέτερο

  • συσκευή φωτισμού, για την παραγωγή φωτός σε σκοτεινό μέρος
Εντός, πωλούνται φωτιστικά δαπέδου και οροφής.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

φωτιστικό