φωτογένεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτογένεια φωτογένειες
γενική φωτογένειας φωτογενειών
αιτιατική φωτογένεια φωτογένειες
κλητική φωτογένεια φωτογένειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτογένεια < φωτογενής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωτογένεια θηλυκό (ο πληθυντικός αδόκιμος)

  1. η ιδιότητα κάποιου να βγαίνει όμορφος στις φωτογραφίες, ίσως και πιο όμορφος από την πραγματικότητα
    φαίνεσαι πολύ ωραίος σε αυτές τις φωτογραφίες, νομίζω ότι έχεις φωτογένεια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]