φωτογράφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτογράφος φωτογράφοι
γενική φωτογράφου φωτογράφων
αιτιατική φωτογράφο φωτογράφους
κλητική φωτογράφε φωτογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτογράφος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική photographe < φῶς + γράφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωτογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο επαγγελματίας που έχει ως αντικείμενο τη ληψη φωτογραφιών


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]