φωτοδίοδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτοδίοδος φωτοδίοδοι (φωτοδίοδες)
γενική φωτοδιόδου φωτοδιόδων
αιτιατική φωτοδίοδο φωτοδιόδους (φωτοδίοδες)
κλητική (φωτοδίοδο) φωτοδίοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτοδίοδος < αγγλική photodiode < αρχαία ελληνική φωτο- (<φῶς) + δίοδος (<διά + ὁδός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωτοδίοδος θηλυκό

  • (νεολογισμός) (τεχνολογία) δίοδος που συμβάλλει στην δημιουργία διαφοράς δυναμικού στα δύο της άκρα, με αποτέλεσμα την εκπομπή φωτός
    Και πραγματικά οι φωτοδίοδοι ή δίοδοι εκπομπής φωτός, πιο γνωστές σε όλους μας ως LED, εκπλήρωσαν τις υποσχέσεις τους και με το παραπάνω βελτιώνοντας συνεχώς την ποιότητά τους. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]