φωτοευαισθητοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική φωτοευαισθητοποιημένος φωτοευαισθητοποιημένη φωτοευαισθητοποιημένο
γενική φωτοευαισθητοποιημένου φωτοευαισθητοποιημένης φωτοευαισθητοποιημένου
αιτιατική φωτοευαισθητοποιημένο φωτοευαισθητοποιημένη φωτοευαισθητοποιημένο
κλητική φωτοευαισθητοποιημένε φωτοευαισθητοποιημένη φωτοευαισθητοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φωτοευαισθητοποιημένοι φωτοευαισθητοποιημένες φωτοευαισθητοποιημένα
γενική φωτοευαισθητοποιημένων φωτοευαισθητοποιημένων φωτοευαισθητοποιημένων
αιτιατική φωτοευαισθητοποιημένους φωτοευαισθητοποιημένες φωτοευαισθητοποιημένα
κλητική φωτοευαισθητοποιημένοι φωτοευαισθητοποιημένες φωτοευαισθητοποιημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτοευαισθητοποιημένος < → λείπει η ετυμολογία

Μετοχή[επεξεργασία]

φωτοευαισθητοποιημένος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]