Μετάβαση στο περιεχόμενο

φωτορομάντζο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φωτορομάντζο τα φωτορομάντζα
      γενική του φωτορομάντζου των φωτορομάντζων
    αιτιατική το φωτορομάντζο τα φωτορομάντζα
     κλητική φωτορομάντζο φωτορομάντζα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φωτορομάντζο < απόδοση της ιταλικής λέξης fotoromanzo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φωτορομάντζο ουδέτερο

  • λαϊκή ερωτική περιπέτεια, νουβέλα, ρομάντζο που εξιστορείται με φωτογραφίες και λεζάντες σε ανάλογα έντυπα -είδος που άνθισε περίπου μέχρι το 1970

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]