φωτοσκίαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτοσκίαση φωτοσκιάσεις
γενική φωτοσκίασης
& φωτοσκιάσεως
φωτοσκιάσεων
αιτιατική φωτοσκίαση φωτοσκιάσεις
κλητική φωτοσκίαση φωτοσκιάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φωτοσκίαση < φωτοσκιάζω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωτοσκίαση θηλυκό

  1. η χρήση διαβαθμισμένων χρωμάτων -ή τόνων του γκρίζου στα ασπρόμαυρα σχέδια- για την ανάδειξη φωτεινών και σκιερών περιοχών (στη ζωγραφική, στη δημιουργία χαρτών κ.α.)
  2. η τεχνική της ανάδειξης ενός έργου από το συνδυασμό φωτός και σκιάς (π.χ. στη φωτογραφία)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]