φωτοφανής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | φωτοφανής | η | φωτοφανής | το | φωτοφανές |
| γενική | του | φωτοφανούς* | της | φωτοφανούς | του | φωτοφανούς |
| αιτιατική | τον | φωτοφανή | τη | φωτοφανή | το | φωτοφανές |
| κλητική | φωτοφανή(ς) | φωτοφανής | φωτοφανές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | φωτοφανείς | οι | φωτοφανείς | τα | φωτοφανή |
| γενική | των | φωτοφανών | των | φωτοφανών | των | φωτοφανών |
| αιτιατική | τους | φωτοφανείς | τις | φωτοφανείς | τα | φωτοφανή |
| κλητική | φωτοφανείς | φωτοφανείς | φωτοφανή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φωτοφανής < ελληνιστική κοινή φωτοφανής[1] < αρχαία ελληνική φάος + φαίνω
Επίθετο
[επεξεργασία]φωτοφανής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φωτοφανής
|
Πηγές
[επεξεργασία]- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998), λήμμα: φωτοφάνεια
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φωτοφανής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.