Μετάβαση στο περιεχόμενο

φωτοφανής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φωτοφανής η φωτοφανής το φωτοφανές
      γενική του φωτοφανούς* της φωτοφανούς του φωτοφανούς
    αιτιατική τον φωτοφανή τη φωτοφανή το φωτοφανές
     κλητική φωτοφανή(ς) φωτοφανής φωτοφανές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φωτοφανείς οι φωτοφανείς τα φωτοφανή
      γενική των φωτοφανών των φωτοφανών των φωτοφανών
    αιτιατική τους φωτοφανείς τις φωτοφανείς τα φωτοφανή
     κλητική φωτοφανείς φωτοφανείς φωτοφανή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φωτοφανής < ελληνιστική κοινή φωτοφανής[1] < αρχαία ελληνική φάος + φαίνω

Επίθετο

[επεξεργασία]

φωτοφανής

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φωτοφανής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.