Μετάβαση στο περιεχόμενο

φωτοχαλκοτυπία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φωτοχαλκοτυπία οι φωτοχαλκοτυπίες
      γενική της φωτοχαλκοτυπίας των φωτοχαλκοτυπιών
    αιτιατική τη φωτοχαλκοτυπία τις φωτοχαλκοτυπίες
     κλητική φωτοχαλκοτυπία φωτοχαλκοτυπίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φωτοχαλκοτυπία < φωτο- + χαλκός + -ο- + -τυπία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική photogravure)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φωτοχαλκοτυπία θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]